H O M E


 

η μούσα Ουρανία,προστάτης τής Αστρονομίας


  Θεματική ταξινόμηση

 

ΑΡΘΡΑ

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΤΟΥ ΚΛΑΥΔΙΟΥ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΥ.
+Η  ΓΗ
ΙΩΝΙΑ,Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΕΩΣ. 
ΟΙ ΚΟΜΗΤΕΣ ΜΕ ΕΓΓΥΤΑΤΑ ΠΕΡΙΗΛΙΑ (SUNGRAZERS)

ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ
ΟΙ ΓΑΛΑΞΙΕΣ.
Ο Γ Α Λ Α Ξ Ι Α Σ Μ Α Σ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ
ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΜΕΡΟΣ Α΄
ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ Β΄ ΜΕΡΟΣ
ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ Γ΄ΜΕΡΟΣ
ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ Δ΄ΜΕΡΟΣ
ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ Ε΄ΜΕΡΟΣ
O ΕΝΑΣΤΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ AΣΤΕΡΙΣΜΟΙ.
Ο αστέρας του Barnard.
ΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Η ΖΩΝΗ ΚUIPER (ΚUIPER BELT)
Η ΣΕΛΗΝΗ 
ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ (ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΕΙΣ).
ΖΩΔΙΑΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΖΩΔΙΑΚΟ ΦΩΣ.
ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΙΤΕΣ.
ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΦΑΣΜΑ
Το Ηλιακό σύστημα στην ιστορία
ΤΗΛΕΣΚΟΠΙΑ
COMET HALLEY CHRONICLE
Πώς ο Ερατοσθένης μέτρησε την περιφέρεια της Γης
κινήσεις της γής.
 ΚΟΣΜΟΣ -ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ
ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Αστρονομίας. 
ΟΙ ΙΣΗΜΕΡΙΕΣ
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΜΗΤΩΝ

ΑΡΘΡΑ  ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΙΚΗΣ

 ΤΑ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ...
Apollo 13 - Houston, We've Got A Problem
ΑΠΟΛΛΩΝ 11 ΕΠΑΙΤΕΙΑΚΟ ΑΡΘΡΟ
ΟΙ ΠΥΡΑΥΛΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ  
 ‘Απὸλλων» 8

================================== 



  +ΑΡΘΡΑ    Προσωπικά μου & φίλων


================================== 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

+Ουράνιο ημερολόγιο
  
+Ημερολόγιο αστροναυτικής  

+Ουράνια γεγονότα
==================================  

 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

================================== 


+ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
================================== 


+SPACE MEMORIES

JANUARY
FEBRUARY
MARCH


================================== 
 

Χάρτες & πληροφορίες

 

+Χάρτες πλανητών & δορυφόρων 

+Αστρονομικοί χάρτες 

+Αστρονομικό λεξικό 

+wikipedia 

+Εγκυκλοπαίδεια Αστρονομίας

+Χάρτες αστερισμών



==================================  

ON LINE 



+Διάφορα εργαλεία 

ΓΗ

+Εκλείψεις ετών 2000-2030 
+Ετήσιες θέσεις τού ηλίου
+Προβολή τού ηλίου στόν ζωδιακό κύκλο
+Daylight simulator
+Paths of the sun 
+Sun motions 
+Sun motion 2
+ Προσομοιοτής εποχών έτους
+Ουράνιες συντεταγμένες (σύγκριση)
+Αστρικός & Ηλιακός χρόνος

ΣΕΛΗΝΗ

+Εξομοιωτής φάσεων τής σελήνης
+Σεληνιακές παλίρροιες
+Σεληνιακοί μήνες


ΑΣΤΕΡΕΣ  -ΗΛΙΟΣ

ΓΑΛΑΞΙΑΣ




+SOLAR ACTIVITY LIVE 

+MOON PHASE REAL TIME

+SATELLITES OF JUPITER REAL TIME 

+SATELLITES OF SATURN REAL TIME  
 =
===========================
 LIVE BROADCASTS +

+NASA TV 

+ISS LIVE TRACKING

+ESA TV
===========================
 

+VIDEOS


==========================


+BOOKS

==================================   

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ


ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ


Κοιτάζοντας πίσω σ’ όλους αυτούς τους αιώνες που πέρασαν από τη γέννηση του Θείου Βρέφους στη φτωχική φάτνη του μικρού χωριού της Βηθλεέμ, δεν είναι δυνατόν παρά να αισθανόμαστε έναν απέραντο θαυμασμό για την τόσο βαθιά και ριζική επίδραση που είχε η γέννηση του Χριστού στον κόσμο μας.

Τι ήταν όμως αυτό το φώς που οδήγησε τους Μάγους μακριά από τη χώρα τους; Τι είδους άστρο τους καθοδήγησε στο μέρος όπου ήταν σπαργανωμένο το μικρό βρέφος της Βηθλεέμ; Απόψε ελάτε να ψάξουμε μαζί γι’ αυτό το μυστηριώδες και υπέροχο άστρο, του οποίου το ακτινοβόλο φως έχει φωτίσει και εμπνεύσει τους ανθρώπους επί 2.000 σχεδόν χρόνια.
Η μόνη περικοπή που αναφέρεται στο Άστρο της Βηθλεέμ βρίσκεται στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου. Aκόμη, όμως, και σ’ αυτή την περικοπή το άστρο αναφέρεται τέσσερις μόνο φορές. Ούτε η ημερομηνία εμφάνισής του αναφέρεται, αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη περιγραφή του.

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας αναφέρει φυσικά ότι ο Ιησούς γεννήθηκε “εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως”, που σημαίνει ότι ο Ηρώδης ήταν ακόμη ζωντανός, ενώ ο Εβραίος ιστορικός του πρώτου μ. Χ. αιώνα Φλάβιος Ιώσηπος, μας πληροφορεί ότι ο Ηρώδης πέθανε μετά από μια έκλειψη της σελήνης που συνέβη πριν από την εορτή του Εβραϊκού Πάσχα.
Σεληνιακές εκλείψεις, που ήσαν ορατές στην Παλαιστίνη την περασμένη εκείνη εποχή πριν από το Εβραϊκό Πάσχα, έγιναν το 4, και το 1 π. Χ. Γι’ αυτό πολλοί ερευνητές προσδιορίζουν τον θάνατο του Ηρώδη στο έτος 4 π. Χ. Τα τελευταία όμως χρόνια νεότεροι ερευνητές θεωρούν ότι η έκλειψη του 4 π. Χ. δεν πρέπει να ήταν η σωστή έκλειψη, γιατί ο χρόνος που μεσολάβησε ανάμεσα στην μερική έκλειψη της 13ης Μαρτίου και του Εβραϊκού Πάσχα, στις 11 Απριλίου, ήταν πάρα πολύ μικρός για να “χωρέσουν” όλα όσα αναφέρει ο Ιώσηπος ότι συνέβησαν.


Οι ερευνητές αυτοί υποστηρίζουν ότι η σωστή έκλειψη, πρέπει να ήταν η ολική έκλειψη που συνέβη τη νύχτα της 9ης Ιανουαρίου του 1 π. Χ. κι επειδή το Εβραικό Πάσχα ακολούθησε μετά από 90 ημέρες, υπήρχε αρκετός χρόνος γιά να συμβούν όλα όσα αναφέρει ο Ιώσηπος. Γεγονός που σημαίνει οτι ο Χριστός πρέπει να γεννήθηκε πριν απο το 1 π.Χ. Αλλά πότε ακριβώς; Ας ψάξουμε, λοιπόν, να βρούμε πότε έγινε η απογραφή που αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς.
Παλαιότεροι ερευνητές θεωρούσαν μέχρι πρότινος ότι η απογραφή που έκανε ο Αύγουστος Καίσαρ το 8 π. Χ. ίσως να ήταν αυτή που αναφέρει κι ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Νεότεροι όμως ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απογραφή αυτή αφορούσε άτομα που είχαν την Ρωμαϊκή υπηκοότητα και σε καμία περίπτωση δεν θα αφορούσε την Μαρία έστω και αν υποθέσουμε ότι ο Ιωσήφ είχε Ρωμαϊκή υπηκοότητα. Σύμφωνα με τους ερευνητές αυτούς η απογραφή που αναφέρει ο Λουκάς πρέπει να ήταν ο όρκος πίστεως που διατάχτηκε από τον Αύγουστο Καίσαρα όταν του δόθηκε ο τίτλος «Pater Patriae» στις 5 Φεβρουαρίου του 2 π. Χ.
Η απογραφή αυτή αναφέρεται κι απ’ τον Ιώσηπο, και ήταν υποχρεωτική για όλους, υπήκοους και μη. ‘Αρα η γέννηση του Χριστού εντοπίζεται μεταξύ των ετών 2 και 8 π.Χ. ανάλογα με το πότε έγινε η απογραφή-όρκος στην Παλαιστίνη.
Θα αναρωτιέστε, όμως: Γιατί άραγε το χρονολόγιό μας δεν αρχίζει ακριβώς με τη γέννηση του Χριστού;
Η σημερινή χρονολόγηση χρησιμοποιήθηκε, για πρώτη φορά, σε μια πραγματεία που συνέγραψε ο Σκύθης μοναχός Διονύσιος ο Μικρός το 533 μ. Χ.Στην εργασία του εκείνη ο Διονύσιος σημείωνε τα έτη με βάση τα χρόνια που είχαν παρέλθει από την γέννηση του Χριστού.
Ο Διονύσιος υπολόγισε ως έτος γέννησης του Χριστού το έτος 754 “από κτίσεως Ρώμης”, κι έτσι έδωσε στο έτος αυτό την ονομασία “Primo Anno Domini”, δηλαδή “Πρώτο έτος του Κυρίου”, ή 1 μ.Χ.
Κανονικά όμως το έτος αυτό θα έπρεπε να ονομαστεί έτος μηδέν, γιατί όπως έχουν τα πράγματα σήμερα έχουμε το έτος 1 π. Χ. και το έτος 1 μ. Χ. αλλά όχι και έτος μηδέν. Δεν φταίει φυσικά ο Διονύσιος για την παράλειψη αυτή, αφού η έννοια του μηδενός ήταν τότε άγνωστη και εισήχθη στην Ευρώπη από τους Άραβες έξη αιώνες αργότερα.
Μήπως, άραγε, η παρουσία των Μάγων στην ευαγγελική περικοπή θα μπορούσε να μας βοηθήσει κάπως στην λύση του μυστηρίου; Ο Ματθαίος που τους αναφέρει όμως δεν μας λέει ούτε πόσοι ήσαν, ούτε ποια ήσαν τα ονόματά τους, ούτε κι από ποια χώρα είχαν έλθει, εκτός από την γενική κατεύθυνση, δηλαδή “από ανατολών”.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Μάγοι της εποχής εκτελούσαν καθήκοντα ιερέων και ασχολούνταν με διάφορες απόκρυφες τέχνες. Οι μάγοι, πάντως, αναφέρονται σε όλους τους σπουδαίους ανατολικούς λαούς της αρχαιότητας ως άνθρωποι που ασκούσαν σημαντική επίδραση στη θρησκευτική ζωή και στα δημόσια πράγματα των κοινωνιών αυτών.
Φαίνεται, δηλαδή, ότι οι μάγοι αντιπροσώπευαν έναν ολιγομελή μυστικιστικό πυρήνα ανθρώπων που υπήρχε πάντα στο εσωτερικό όλων των μεγάλων θρησκειών. Μια ομάδα ιερέων, η οποία κατείχε τη συμπυκνωμένη πείρα της φυλής τους, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά ως μάντεις, αποκρυφιστές και ερμηνευτές των ονείρων αλλά και των φαινομένων της φύσης.
Αλλά κι ο αριθμός των μάγων, όμως, είναι κι αυτός αρκετά μπερδεμένος. Η παράδοση αναφέρει άλλοτε τρεις, κι άλλοτε δύο, τέσσερις, οκτώ ή ακόμη και δώδεκα.
Όπως και τα ονόματά τους, άλλωστε, (που αναφέρονται για πρώτη φορά στο μωσαϊκό ενός ναού στη Ραβέννα), δεν πρέπει να έχουν κάποια ιστορική βάση, αφού το μωσαϊκό αυτό ανάγεται στην εποχή του Ιουστινιανού τον 6ο μ. Χ. αιώνα.
Ο Ωριγένης, όπως και ο Πάπας Λέων τον 5ο μ. Χ. αιώνα, δέχτηκαν τον αριθμό τρεις ως τον πιο σωστό, από τα τρία δώρα που προσέφεραν οι Μάγοι στον Χριστό. Η παράδοση μάλιστα έδωσε και την ερμηνεία των δώρων αυτών: “χρυσόν προς τον κοσμικό Άρχοντα και Βασιλέα, και λίβανον προς τον θείο Λόγον, και σμύρναν εις εκείνον ο οποίος θα υποστεί την κατάθλιψη του κόσμου και θα εγκαταλείψει τη γην θνήσκων ως άνθρωπος”.
Ας γυρίσουμε, όμως, τώρα στην απομακρυσμένη εκείνη εποχή του 2 και του 8 π.Χ.και να ψάξουμε να βρούμε το τι συνέβη στον ουρανό που σκέπαζε το μικρό χωριό της Βηθλεέμ.
Τι ήταν άραγε το ουράνιο εκείνο φαινόμενο που έκανε τους μάγους να ξεκινήσουν για το μακρινό τους ταξίδι; Μια πιθανότητα είναι και η ταύτιση του Άστρου της Βηθλεέμ με κάποιον Κομήτη.
Ο Ωριγένης, τον 3ο μ.Χ. αιώνα, αναφέρει σχετικά τα εξής: «Έχω τη γνώμη ότι το άστρο που εμφανίστηκε στους σοφούς της Ανατολής … ήταν ένα από εκείνα τα φωτεινά σώματα που οι Έλληνες … ονόμαζαν κομήτες, θυσάνους, άστρα με ουρά και με διάφορα άλλα ονόματα».
Ένας ξένος αστρονόμος παρομοίασε τους κομήτες με γιγάντια βρώμικα παγόβουνα, γιατί ο πυρήνας των κομητών αποτελείται από παγωμένα αέρια αναμεμειγμένα με μέταλλα και σκόνη.
Καθώς πλησιάζουν προς τον Ήλιο τα παγωμένα αέρια εξατμίζονται από τη θερμότητα του Ήλιου και αποχωρίζονται από την «κεφαλή» του κομήτη λόγω της πίεσης που ασκεί η ακτινοβολία του Ήλιου στο κενό του διαστήματος. Σαν αποτέλεσμα έχουμε τη φωτεινή ουρά τους η οποία εκτείνεται δεκάδες εκατομμύρια χιλιόμετρα στο Διάστημα.
Στην περίπτωση μερικών θεαματικών κομητών η ουρά τους είναι δυνατό να καλύψει ένα μεγάλο τμήμα του ουρανού. Είναι βέβαιο λοιπόν ότι μια τέτοια εμφάνιση θα είχε εγείρει μεγάλο θαυμασμό και αναστάτωση.Το άσχημο με τους κομήτες όμως είναι ότι οι αρχαίοι λαοί τους θεωρούσαν σαν προάγγελους δυσάρεστων γεγονότων. Όταν, για παράδειγμα, ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., εμφανίστηκε ένας πολύ φωτεινός κομήτης, που θεωρήθηκε ότι μετέφερε την ψυχή του Καίσαρα στους ουρανούς.
Το έτος 66 μ.Χ. ένας θεαματικός κόκκινος κομήτης εμφανίστηκε πάνω από την Ιερουσαλήμ σαν ένα τεράστιο ξίφος, και λίγο αργότερα η πόλη καταστράφηκε από τους Ρωμαίους.
Εν τούτοις δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το άστρο των Χριστουγέννων ήταν ένας κομήτης, γιατί αφενός μεν θα τον έβλεπαν όλοι αλλά και γιατί οι Μάγοι εξέλαβαν το φαινόμενο του «άστρου» σαν ένα «ευαγγελίζον» σημείο και όχι σαν κάτι που θα προκαλούσε θανάτους, επαναστάσεις, λιμούς και πολέμους.
Ο επόμενος σταθμός στην αναζήτησή μας είναι η ιερή πόλη της Μέκκα και το ιερό τέμενος της Καάβα προς το οποίο προσεύχονται καθημερινά οι απανταχού του κόσμου Μωαμεθανοί.
Στη μια από τις γωνίες του τεμένους βρίσκεται η ασημένια βάση του επονομαζόμενου «Μαύρου Λίθου» που πολλοί θεωρούν ότι ήταν δώρο του Αρχάγγελου Γαβριήλ προς τον Αβραάμ. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι πράγματι η πέτρα αυτή έπεσε από τον ουρανό, αλλά δεν είναι παρά ένας μετεωρίτης που έφτασε στη Γη από το Διάστημα. Υπάρχουν άλλωστε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Εκατομμύρια μικροσκοπικά σωματίδια, προσθέτουν καθημερινά δεκάδες τόνους στο βάρος της Γης μας. Τα λιλιπούτεια και ακίνδυνα αυτά μετέωρα είναι αδύνατο να φτάσουν στην επιφάνεια της Γης, αλλά προκαλούν πολλές φορές το θαυμασμό των παρατηρητών.
Καθώς τα σώματα αυτά διασχίζουν τη γήινη ατμόσφαιρα με ταχύτητα από 12 έως 70 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο θερμαίνονται από τη συμπίεση και την τριβή που υφίστανται και αναφλέγονται μ’ ένα λαμπρό φως σχηματίζοντας τους «διάττοντες αστέρες» οι οποίοι εάν τελικά επιζήσουν από την ανάφλεξη, φτάνουν στην επιφάνεια της Γης και τότε ονομάζονται μετεωρίτες.
Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση μιας παρόμοιας ουράνιας «βολίδας», δεν είναι δυνατό να θεωρήσουμε ότι οι Μάγοι θα μπορούσαν να την ακολουθήσουν στη Βηθλεέμ, γιατί η ζωή αυτών των αντικειμένων διαρκεί μερικά μόλις δευτερόλεπτα.Επί πλέον τα αντικείμενα αυτά δεν είναι καθόλου σπάνια φαινόμενα, και δεν είναι δυνατόν να προκάλεσαν τόση αναστάτωση στους Μάγους και να τους έκαναν να ξεκινήσουν για το μακρινό ταξίδι τους προς τη Βηθλεέμ.
Στη σύγχρονη εποχή τα τηλεσκόπια μάς έχουν αποκαλύψει πολλά από τα λείψανα γιγάντιων άστρων που έχουν διαλυθεί. Μήπως λοιπόν το άστρο των Χριστουγέννων ήταν ένα τέτοιο άστρο;
Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει ως εξής: Καθώς ένα γιγάντιο άστρο γερνάει φτάνει κάποια στιγμή που μπορεί να εκπέμψει εκατομμύρια φορές περισσότερο φως και ακτινοβολία απ’ ότι ο Ήλιος μας όταν το άστρο διασπάται κυριολεκτικά στα «εξ ων συνετέθη».


Μερικές φορές δηλαδή, άστρα που είναι πολύ μακριά και γι’ αυτό είναι αδύνατο να τα διακρίνει κανείς με γυμνό μάτι, όταν μετατραπούν σε σουπερνόβα είναι εύκολα ορατά.
Μ’ αυτόν τον τρόπο φαίνεται ότι ξαφνικά ένα νέο άστρο δημιουργήθηκε στον ουρανό. Το άστρο των Χριστουγέννων όμως δεν πρέπει να ήταν κάποια νόβα ή σουπερνόβα γιατί ασφαλώς θα υπήρχε κάποια ένδειξη των αστρονόμων της εποχής εκείνης, και κάτι τέτοιο δεν έχει βρεθεί. Εκτός αυτού ο καθένας θα μπορούσε να δει μια σουπερνόβα, ενώ ξέρουμε ότι το άστρο της Βηθλεέμ το παρατήρησαν μόνον οι Μάγοι.
Τι θα μπορούσε λοιπόν να ήταν το Άστρο της Βηθλεέμ; Εάν πράγματι οι Μάγοι της Ευαγγελικής περικοπής ήταν Ζωροάστρες ή Χαλδαίοι ιερείς, τότε οι κινήσεις των πλανητών θα έπρεπε να τους ενδιέφεραν πάρα πολύ. Μήπως λοιπόν συνέβη κάτι το ιδιαίτερο στις κινήσεις των πλανητών την εποχή εκείνη; Πάρτε, για παράδειγμα, όσα συνέβησαν στη διάρκεια του 7 και του 6 π. Χ. όταν οι πλανήτες Δίας και Κρόνος έλαβαν μέρος σε μια τριπλή ή μεγάλη συζυγία.
Η κίνηση του Δία, ήταν πιο γρήγορη από του Κρόνου, γιατί ο Δίας είναι πλησιέστερα στον Ήλιο από τον Κρόνο. Με αυτή την ταχύτητα ο Δίας και ο Κρόνος έρχονται σε σύνοδο (προσπερνά δηλαδή ο ένας τον άλλο) μια φορά κάθε 20 χρόνια. Μια τέτοια σύνοδος έγινε στις 27 Μαΐου του 7 π.Χ. Τον Ιούνιο οι δυο πλανήτες άρχισαν να λιγοστεύουν την ταχύτητά τους, και μετά άρχισαν να κινούνται προς τα πίσω μια και η Γη τους προσπερνούσε.
Μ’ αυτόν τον τρόπο οι δυο πλανήτες, Δίας και Κρόνος, ήλθαν και πάλι σε σύνοδο στις 6 Οκτωβρίου. Μετά η Γη συνέχισε τον δρόμο της, κι έτσι οι πλανήτες επέστρεψαν και πάλι στην κανονική τους κίνηση περνώντας και πάλι ο ένας τον άλλον για τρίτη φορά στις 6 Δεκεμβρίου. Κάτι που κανονικά συμβαίνει μια φορά κάθε 20 χρόνια είχε συμβεί τρεις φορές σε λιγότερο από ένα χρόνο. Και όμως ο περισσότερος κόσμος ούτε καν το παρατήρησε.
Τι συνέβη δηλαδή; Οι πλανήτες στις κανονικές τους κινήσεις γύρω από τον Ήλιο φαίνονται να κινούνται στον ουρανό από τη Δύση προς την Ανατολή. Οι πλανήτες που βρίσκονται πλησιέστερα στον Ήλιο φαίνονται να κινούνται ταχύτερα, ενώ οι πιο απομακρυσμένοι κινούνται αργότερα.
Με αυτόν τον τρόπο ένας από τους πλανήτες είναι δυνατόν να φτάσει και να προσπεράσει κάποιον άλλον. Το προσπέρασμα αυτό το λέμε σύνοδο ή συζυγία των δυο πλανητών.
Αυτού του είδους οι σύνοδοι, όμως, δεν είναι και τόσο σπάνιες, αλλά ούτε και μπορεί να σημαίνουν οτιδήποτε, αφού συμβαίνουν συχνά και σε διάφορους συνδυασμούς. Παρόλα αυτά θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι εάν οι μάγοι ήσαν αστρολόγοι-ιερείς, ίσως οι κινήσεις αυτές των πλανητών να τους κίνησαν το ενδιαφέρον.
Ακόμη όμως και σ’ αυτή την περίπτωση η συμπεριφορά των πλανητών είναι προβλέψιμη, γιατί απλούστατα τα φαινόμενα αυτά φαίνονται ότι συμβαίνουν γιατί εμείς τα παρατηρούμε από τη Γη, ταξιδιώτες κι εμείς στο αέναο ταξίδι της γύρω από τον Ήλιο, όπως κάνουν άλλωστε και όλοι οι άλλοι πλανήτες.
Θα μπορούσε άραγε ένα παρόμοιο φαινόμενο να είναι η λύση του μυστηρίου που καλύπτει το Άστρο της Βηθλεέμ επί 2.000 χρόνια; Τίποτε δεν είναι βέβαιο, και ίσως ποτέ να μην μπορέσουμε να βγάλουμε κάποιο τελικό συμπέρασμα.Θα μπορούσαμε όμως να εντοπίσουμε την εποχή, τουλάχιστον, της γέννησης του Χριστού; Γιατί παρόλο που σήμερα γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου δεν πρέπει να είναι αυτή η σωστή ημερομηνία.
Σήμερα, άλλωστε, γνωρίζουμε ότι η 25η Δεκεμβρίου ήταν ημέρα εορτασμού πολλών και διαφόρων ειδωλολατρικών θρησκειών, γιατί με βάση το Ιουλιανό Ημερολόγιο που ήταν τότε σε εφαρμογή, η 25η Δεκεμβρίου ήταν η ημέρα της χειμερινής τροπής του Ήλιου, του χειμερινού δηλαδή ηλιοστάσιου, όταν ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο ύψος του. Γι’ αυτό η 25η Δεκεμβρίου ήταν για τη Ρώμη η κεντρική εορτή των Σατουρναλίων, η περίφημη «Dies Natalis Invicti».
Επειδή οι πρώτοι χριστιανοί ήσαν εκτός νόμου στη Ρώμη, και δεν τους επιτρεπόταν να συναντιόνται ή να εκκλησιάζονται μαζί, οι συναντήσεις τους γίνονταν κρυφά και σε μικρές ομάδες στις κατακόμβες τους, όπου και τελούσαν τις θρησκευτικές τους εορτές.
Για να αποφύγουν λοιπόν τους διωγμούς αποφάσισαν να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου όταν οι Ρωμαίοι ήσαν απασχολημένοι με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο ήλπιζαν ότι δεν θα τους ανακάλυπταν οι εορτάζοντες Ρωμαίοι.
Με την Γρηγοριανή όμως μεταρρύθμιση και το Νέο Ημερολόγιο το Χειμερινό Ηλιοστάσιο συμβαίνει σήμερα στις 22 Δεκεμβρίου, και ο πρωταρχικός λόγος για τον εορτασμό της 25ης Δεκεμβρίου έχει πια χαθεί. Εν τούτοις, πολλά από τα έθιμα των Σατουρναλίων και των Καλενδών, που διαρκούσαν συνολικά 12 ημέρες, διατηρούνται ακόμη και σήμερα στους σύγχρονους εορτασμούς του “Δωδεκαήμερου”, της περιόδου μεταξύ των Χριστουγέννων και των Θεοφανίων.Σήμερα, φυσικά, το κύριο σύμβολο της εμπορευματοποίησης των Χριστουγέννων είναι ο Σάντα-Κλως, του οποίου η «γενεαλογική» προέλευση ανάγεται στον θεό των Νορβηγών Όντιν, ο οποίος την ημέρα του Χειμερινού Ηλιοστάσιου σκόρπιζε δώρα στα παιδιά.
Μια άλλη σύγχρονη συνήθεια είναι κι αυτή των Χριστουγεννιάτικων δέντρων, που ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δέντρα αυτά ήσαν σπάνια και τοποθετούνταν μόνο στις Εκκλησίες ορισμένες από τις οποίες, μάλιστα, επέβαλαν και εισιτήριο σε όσους ήθελαν να τα δουν.Τα δέντρα είναι αειθαλή για να συμβολίζουν την ζωή που δεν υπάρχει το Χειμώνα, και στολίζονται με κεριά, ή με ηλεκτρικά φώτα, για να συμβολίζουν τον Ήλιο και την αναγέννησή του, αφού μετά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο ο Ήλιος αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά στον ουρανό.
Και είναι ακριβώς σ’ αυτές, καθώς και σ’ άλλες παρόμοιες συνήθειες, που βρίσκουμε την απάντηση στην ερώτηση ως προς το γιατί γιορτάζουμε σήμερα τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου. Εάν, λοιπόν, η 25η Δεκεμβρίου είναι μια συμβατική ημέρα εορτασμού των Χριστουγέννων κι όχι η πραγματική, το ερώτημα παραμένει: Ποια εποχή γεννήθηκε ο Χριστός;
Το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο μας δίνει την απάντηση: “Και ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επι την ποίμνην αυτών. Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς, και εφοβήθησαν φόβον μέγα. Και είπεν αυτοίς ο άγγελος “μη φοβείσθε, ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην ήτις έστοι παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ ος εστί Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυϊδ.”
Μετεωρολόγοι έχουν κάνει σήμερα λεπτομερείς μελέτες και αναφέρουν ότι η Βηθλεέμ τον Δεκέμβριο είναι βυθισμένη στην παγωνιά και την βροχή. Δεν θα ήταν λοιπόν λογικό να παραμένουν, με τέτοιες συνθήκες βοσκοί και πρόβατα στην ύπαιθρο. Σε μια μόνο εποχή του έτους οι βοσκοί “φυλάσσουν φυλακάς νυκτός επί την ποίμνην αυτών”: την Άνοιξη, όταν τα νεογέννητα αρνάκια χρειάζονται την βοήθεια των βοσκών. Οπότε η γέννηση του Χριστού πρέπει να έγινε μάλλον την Άνοιξη.
Φτάσαμε πια στο τέλος της αναζήτησής μας για το τι θα μπορούσε να ήταν το Άστρο της Βηθλεέμ. Μέχρι τώρα καμιά από τις επεξηγήσεις που έχουν προταθεί δεν μπορεί να μας ικανοποιήσει πλήρως. Γιατί είναι μάλλον δύσκολο να αποδείξουμε όλα τα επί μέρους στοιχεία που απαιτεί μια πλήρης και τεκμηριωμένη απόδειξη.
Φυσικά, πολλοί ερευνητές των Γραφών έχουν υποστηρίξει κατά καιρούς ότι το Άστρο της Βηθλεέμ δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο αστρονομικό σώμα ή φαινόμενο, αλλά επρόκειτο απλά και μόνο για το συμβολικό άστρο των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης για τον προσδοκώμενο Μεσσία.
Άλλοι, πάλι, πιστοί θεωρούν ότι η εμφάνιση του Άστρου της Βηθλεέμ δεν ήταν παρά ένα θαύμα που δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση την λογική ή τις γνώσεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό, αν προτιμάτε να πιστεύετε ότι το Άστρο των Χριστουγέννων ήταν ένα θαύμα, ή επιστήμη δεν έχει τη δυνατότητα ούτε να υποστηρίξει, αλλά ούτε και να απορρίψει κάτι τέτοιο. Είναι ασφαλώς έξω από το πεδίο της επιστήμης και απόλυτα μέσα στο πεδίο της πίστης.
Σε τελική όμως ανάλυση δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία το τι συνέβη στον ουρανό εκείνη την πρώτη νύχτα των Χριστουγέννων, γιατί κάτι πολύ πιο σπουδαίο συνέβαινε επάνω σ’ αυτήν τούτη τη Γή μας.
Κάτι υπέροχο συνέβη στη μικρή πόλη της Βηθλεέμ εκείνο το βράδυ, και το γεγονός αυτό ήταν πολύ πιο σπουδαίο απ’ οτιδήποτε και αν γινόταν στον ουρανό. Γιατί όταν ο Ήλιος ανέτειλε το άλλο πρωινό, την πρώτη εκείνη μέρα των Χριστουγέννων, ανέτειλε πάνω από έναν κόσμο που ποτέ πια δεν θα μπορούσε να είναι ο ίδιος.
Γι’ αυτό η καλύτερη ίσως εξήγηση για το τι θα μπορούσε να ήταν το Άστρο των Χριστουγέννων ίσως να βρίσκεται κρυμμένη στα λόγια που χάραξε ο ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης:
«Την άγια νύχτα την Χριστουγεννιάτικη, ποιος δεν το ξέρει;
Των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα, λάμπει τ’ αστέρι,
Κι όποιος το βρή, μές στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα, και δεν το χάση

σε μιαν άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το, μπορεί να φτάσει!»

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Αστρονομίας.

 

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Αστρονομίας.

Eγκυκλοπαδικό λεξικό «ΗΛΙΟΥ» - Σ. Πλακίδης.

Αν και δεν είναι δυνατόν να καθορισθή μετ' ακριβείας πότε και πού δια πρώτην φοράν ο ουρανός και τα επ’ αυτού φαινόμενα εφείλκυσαν την προσοχήν του ανθρώπου, εν τούτοις δεν αφιστάμεθα της αληθείας εάν δεχθώμεν ότι η Αστρονομία εγεννήθη εις την αρχικήν κοιτίδα της ανθρωπότητος κατά τους αχλυώδεις χρόνους της προϊστορικής εποχής. Υπέρ της απόψεως ταύτης συνηγορεί το γεγονός ότι φαινόμενα τινά, ως η στερεότυπος εναλλαγή της ημέρας και της νυκτός, η ανατολή και η δύσις του Ηλίου, η αλληλουχία των φάσεων της Σελήνης, η διαδοχή των ωρών του έτους, η κατά διαφόρους εποχάς διάφορος όψις του στερεώματος, αι μερικαί ή ολικαί εκλείψεις του Ηλίου ή της Σελήνης, η κατά καιρούς εμφάνισις κομητών ή βροχών διαττόντων κτλ., ου μόνον δεν διέλαθον την προσοχήν του ανθρώπου, αλλά συν τω χρόνω αναλόγως των συναισθημάτων τα όποια εγέννων εν τη ψυχή του, ανέπτυξαν την παρατηρητικότητα και την περιέργειαν αυτού. Ούτως η πείρα αφ' ενός και αφ' έτερου η έφεσις προς γνώσιν των αιτίων και των αποτελεσμάτων με βασικόν σκοπόν την εκμετάλλευσιν των φαινομένων προς εξυπηρέτησιν πρακτικών αναγκών της καθημερινής ζωής ωδήγησαν τους πρώτους μελετητάς του ουρανού εις την ανακάλυψιν μεθόδων, δια των οποίων εκ της παρατηρήσεως των ουρανίων σωμάτων ήτο δυνατή η μέτρησις του χρόνου, η ρύθμισις ωρισμένων γεωργικών και κτηνοτροφικών εργασιών και τελικώς ο καταρτισμός πρωτογόνου ημερολογίου. Η ολονέν αισθητοτέρα ανάγκη της τελειοποιήσεως του ημερολογίου τούτου επί το ακριβέστερον επέβαλε την συστηματικωτέραν σπουδήν των άστρων, ήτις βαθμηδόν απέβη αποκλειστική απασχόλησις των αιωνόβιων πατριαρχών των διαφόρων φυλών. Εις το πλούσιον αρχείον της απέραντου μνήμης των πρώτων εκείνων Λευϊτών της Ουρανίας απεθησαυρίζοντο συνεχώς γεγονότα, διαπιστούντα όχι μόνον την στενήν αλληλοεξάρτησιν μεταξύ ουρανίων και επιγείων φαινομένων, άλλα συγχρόνως και την πλήρη αδυναμίαν του ανθρώπου όπως υποβάλλη υπό τον έλεγχον αυτού υπερκοσμίους εξελίξεις, διαδραματιζόμενος επί του στερεώματος. Η απόδοσις των εξελίξεων τούτων εις υπεράνθρωπους δυνάμεις αφ ενός μεν ετόνωσε το έμφυτον εν τη ανθρωπίνη ψυχή θρησκευτικόν συναίσθημα, αφ' έτερου δε εχάραξέ την κατεύθυνσιν προς την αστρολατρείαν, ενώ συγχρόνως η ιδέα της εξαρτήσεως της ανθρωπινής ζωής από τας επιταγάς του ουρανού εξεκόλαψε την Αστρολογίαν. Ούτως οι ιερείς, οι μάγοι και οι Αστρολόγοι είτε εν τη εκτελέσει των θρησκευτικών αυτών λειτουργιών, είτε εν τη προσπάθεια των όπως προείπωσι το μέλλον ωρισμένων προσώπων δια των λεγομένων ωροσκοπίων και της όψεως του στερεώματος εν γένει κατά την στιγμήν της γεννήσεως των προσκόπων τούτων υπήρξαν οι πολυτιμότατοι συλλογείς αμύθητου αξίας υλικού Αστρονομικών παρατηρήσεων, εκ του οποίου συν τη παρελεύσει των αιώνων συνήχθησαν διάφοροι εμπειρικοί νόμοι, διέποντες ωρισμένα αστρονομικά φαινόμενα. 

Τας πρώτας αστρονομικός παρατηρήσεις δια γυμνού οφθαλμού ηκολούθησεν η ανακάλυψις του γνώμονας, ήτοι κατακόρυφου στύλου, όστις, όπως και τα δένδρα, ρίπτων την σκιάν του επί του εδάφους, εχρησίμευσε παρά την απλότητα του εις τον προσδιορισμού πλείστων βασικών αστρονομικών στοιχείων. Τοιούτοι γνώμονες ή οβελίσκοι εκ μονόλιθου, προερχόμενοι εκ, της Ασσυρίας ή της Αιγύπτου και φέροντες επιγραφάς δια σφηνοειδούς ή ιερογλυφικής γραφής, απαντώνται σήμερον ως διακοσμητικά των κεντρικών πλατειών εις τας πρωτεύουσας διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών. Η εκ της χρήσεως του γνώμονος κτηθείσα πείρα εν τω προσδιορισμώ του χρόνου ωδήγησε τους μελετητάς του ουρανού εις την επινόησιν των ηλιακών ή σκιαθηρικώ ν λεγομένων ωρολογίων, εις τα όποια ο γνώμων, αντί να διευθύνεται κατακορύφως, έχει διεύθυνσιν παράλληλον προς τον άξονα του κόσμου.

Στοιχεία αστρονομικών γνώσεων ανευρίσκονται εις όλους τους πρωτογόνους λαούς της προϊστορικής εποχής. Μεταξύ αυτών ιδιαιτέραν επίδοσιν περί την σπουδήν του ουρανού, απαντώμεν παρά τοις Σίναις, τοις Χαλδαίοις και τοις Αιγυπτίοις. Πάντες ούτοι απεθησαύρισαν επί μακράν σειράν αιώνων πολύτιμοι υλικόν παρατηρήσεων, όπερ μεταγενεστέρως εχρησίμευσεν ως πρώτη ύλη δια την θεμελίωσιν της Αστρονομίας επί ασαλεύτων νόμων. Χαρακτηριστικόν εν τούτοις της συμβολής των ανατολικών λαών εις την μελέτην του ουρανού αποτελεί ο χρονογραφικός τύπος των παρατηρήσεων αυτών, ήτοι η απλή κατά χρονολογικήν σειράν σημείωσις διαφόρων αστρονομικών φαινομένων (εκλείψεων Ηλίου η Σελήνης, εμφανίσεων κομητών, πτώσεως βροχών διαττόντων, συνόδων των μεγάλων πλανητών κτλ) και η συσχέτισις αυτών προς αξιοσημείωτα ιστορικά γεγονότα (πολέμους, επιδημίας, σιτοδείας ή ευφορίας) ή προς πρόσωπα αρχόντων και ηγεμόνων.
Επί τοιούτων μακραιώνων παρατηρήσεων εκλείψεων στηριζόμενοι οι Χαλδαίοι είχον ανακαλύψει τον λεγόμενον Σάρον ή Εξελιγμόν, ήτοι χρονικήν περίοδον 18 ετών και 11 ήμερων εντός της οποίας αι εκλείψεις επαναλαμβάνονται κατά την αυτήν σειράν.
Αξίοσημείωτον είναι το γεγονός ότι ουδείς εκ των ανατολικών λαών ησχολήθη εις την ερμηνείαν των αστρονομικών φαινομένων και την εμβάθυνσιν προς ανεύρεσιν των αιτίων εις τα οποία ταύτα οφείλονται. Η τιμή της επιστημονικής ερεύνης των αιτίων τούτων προς διατύπωσιν των διεπόντων τα ουράνια φαινόμενα νόμων οφείλεται εις τους Έλληνας, οι όποιοι, παραλαβόντες από τους ανατολικούς λαούς, ιδία δια των Φοινίκων, μαζί με τα σπέρματα του πολιτισμού των και τας πρώτας αστρονομικάς γνώσεις, διεμόρφωσαν την αστρονομίαν εις επιστήμην και εδωκαν εις αυτήν τοιαύτην ανάπτυξιν ώστε δικαίως και. η αστρονομία θεωρείται ως κατ' εξοχήν Ελληνική επιστήμη. Επί 22 αιώνας ήτοι από της 6ης π.Χ. εκατονταετηρίδος μέχρι της εποχής του Κοπερνίκου (1600 περίπου), η σπουδή των άστρων φέρει έκδηλον την σφραγίδα του Ελληνικού πνεύματος, πάν ό,τι δε και μέχρι σήμερον αποτελεί το θεμέλιον της αστρονομίας, έχει αναμφισβητήτως ελληνικήν την καταγωγήν. Περί της συμβολής των Ελλήνων σοφών εις την ερμηνείαν των ουρανίων φαινομένων θα ηδύνατο να λεχθή χωρίς φόβον υπερβολής ότι ούτοι ανεκάλυψαν σχεδόν πάν ό,τι θα ήτο ανθρωπίνως δυνατόν να αχθή εις το φως της γνώσεως δια του γυμνού οφθαλμού, της διαισθήσεως και της λογικής. Αναμφιβόλως οι Έλληνες της αρχαιότητος, όπως και οι σοφοί όλων των μεταγενεστέρων αιώνιον, υπέπεσαν εις πλάνας εκεί όπου δεν είχον την βοήθειαν των τεχνικών μέσων και ως εκ τούτου δεν ηδύναντο να εξασφαλίσουν την δια την λύσιν ωρισμένων προβλημάτων απαραίτητον ακρίβειαν εις τα δεδομένα της παρατηρήσεως. Είναι όμως αναντίρρητον το γεγονός ότι δια της διαισθήσεως και της λογικής έδωκαν εις την ανθρωπότητα την λύσιν των βασικών, όσον και πολυπλοκωτάτων, εκ των διαφόρων προβλημάτων του περί ημάς αστρικού κόσμου.Εν τω συνόλω των τα προβλήματα ταύτα αφορώσιν εις το σχήμα και τας κινήσεις της Γης και των λοιπών μελών του ημετέρου πλανητικού συστήματος, δοθέντος ότι τα ζητήματα το σχετικά προς τους απλανείς δεν απησχόλησαν την Επιστήμην, ειμή μόνον από της εποχής του Νεύτωνος, του Χάλλεϋ και ιδία του Χέρσελ. Τούτο οφείλεται εις το ότι οι απλανείς, ως και εκ του δοθέντος εις αυτούς ονόματος συνάγεται, μη παρουσιάζοντες αισθητήν μεταβολήν θέσεως, υπετίθεντο υπό των αρχαίων σοφών εις απείρους από της Γης αποστάσεις και εθεωρούντο ως αποτελούντες αναλλοίωτον συγκρότημα, το λεγόμενον στερέωμα. Τούτο, ως εκ της στερεοτύπου όψεως αυτού, δεν παρουσίαζεν ιδιαίτερον τι ενδιαφέοον, πλην του ότι εχρησίμευεν ως μέσον προς καθορισμόν των εκάστοτε θέσεων των πλανωμένων άστρων τη βοήθεια των απλανών, επεχόντων επί του ουρανού θέσιν ευκόλως αναγνωριζομένων οροσήμων.Τα κυριώτερα εκ των αφορώντων εις το ημέτερον πλανητικόν σύστημα προβλημάτων τα όποια έλυσαν μετ' επιτυχίας οι ημέτεροι πρόγονοι είναι τα ακόλουθα:
1 ) Σφαιρικότης, μοναχόν και αιώρησις της Γης εν τω διαστήματι.
2) Η περιστροφή της Γης περί τον άξονα αυτής.

3) Η περιφορά αυτής και των πλανητών περί τον Ήλιον.
Η αυγή της Ελληνικής αστρονομίας πρέπει να αναζητηθή την μυθικήν εποχήν και ειδικώτερον εις τους χρόνους της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ταύτης συμμετέσχον ο Κένταυρος Χείλον, όστις φέρεται πρώτος κατασκευάσας σφαίραν απεικονίζουαν τους αστερισμούς, και ο μαθητής αυτού Ηρακλής, ο όποιος — κατά τίνα ερμηνείαν του μύθου περί αρπαγής των χρυσών μήλων των Εσπερίδων — συνεπλήρωσε τας περί την αστρονομίαν γνώσεις του, μαθητεύσας επί τι διάστημα πλησίον του Άτλαντος.


Από της εποχής εκείνης οι Έλληνες, όπως και προ αυτών οι Φοίνικες, διαπλέουσι τας θάλασσας, προσανατολιζόμενοι κατά τον πλουν δια παρατηρήσεως των άστρων και ειδικώτερον του Πολικού Αστέρος. Την συμβολήν των άστρων ζητούν μέχρι σήμερον τόσον οι θαλασσοπόροι, όσον και οι αεροπόροι, προς προσδιορισμόν του λεγομένου «στίγματος», ήτοι των γεωγραφικών συντεταγμένων του σκάφους καθ' ωρισμένην στιγμήν, με μόνην την διαφοράν ότι μεταχειρίζονται τώρα τελειότερα μέσα δια την επίτευξιν μεγαλύτερος ακριβείας.
Κατά τον 6ον π. Χ. αιώνα ο εκ των επτά σοφών της Ελλάδος Θαλής ο Μιλήσιος και ο Αναξίμανδρος εισάγουν εις την πατρίδα των τας αστρονομικός γνώσεις των Βαβυλωνίων και των Αιγυπτίων. Ο πρώτος εξ αυτών προλέγει έκλειψιν Ηλίου, βασιζόμενος επί του διέποντος τας εκλείψεις, και γνωστού εις τους Χαλδαίους νόμου, του λεγομένου Σάρου, ενώ ο δεύτερος διδάσκει την χρήσιν του γνώμονος και εγκαθίστα ηλιακόν ωρολόγιον εν Σπάρτη. Ο ίδιος παραδέχεται άτι η Γη είναι μεμονωμένη και μετέωρος εις το διάστημα, κατά τινάς δε άτι αύτη αποτελεί το κέντρον, του κόσμου, γενόμενος ούτως ο εισηγητής και ιδρυτής της λεγομένης γεωκεντρικής θεωρίας, την οποίαν εδίδαξεν επίσης και ο Πυθαγόρας, όστις εδέχετο την Γην ακίνητον εις το κέντρον του Κόσμου.
Ο Πυθαγόρας και οι μαθηταί του κατά τον 5ον π. Χ. αιώνα πρεσβεύουν ότι η Γη έχει σχήμα σφαιρικόν. Η αλήθεια αύτη, ήτις, ως φαίνεται, ανεκαλύφθη μεν υπό του Πυθαγόρου, αλλ' εδημοσιεύθη το πρώτον υπό του Παρμενίδου (513 π Χ ), συνήντησεν επί ένα περίπου αιώνα σημαντικάς αντιρρήσεις, μόλις δε επί της εποχής του Πλάτωνος εγένετο κτήμα της επιστήμης.


Εις τους Πυθαγορείους οφείλεται προς τούτοις η εξήγησις του φαινομένου των εκλείψεων και των φάσεων της Σελήνης, καθώς επίσης η έννοια των ίδιων κινήσεων των πλανωμένων άστρων, η ανάλυσις της κινήσεως του Ηλίου εις ημερήσιον και ετησίαν και ανάλογος ερμηνεία των κινήοεων της Σελήνης και, των πλανητών. Εν τη προσπαθεία των όμως όπως δώσωσι γεωμετρικήν εξήγησιν των κινήσεων των άστρων οι Πυθαγόρειοι παρεδέχοντο κατ' αρχήν άτι η κίνησις οιουδήποτε άστρου δεν δύναται παρά να αποτελή συνδυασμόν ομαλών κυκλικών κινήσεων. Το σφάλμα τούτο, το οποίον προρέκυψεν εκ της κρατούσης φιλοσοφικής αντιλήψεως περί της περιφερείας του κύκλου ως της τελειότατης καμπύλης, επεκράτησεν ατυχώς επί μακρόν, έσχε δε ως αποτέλεσμα το να καταστήση την εξήγησιν των ουράνιων φαινομένων επί μάλλον και μάλλον δυσχερή και πολύπλοκον.


Παρά την αρχικήν εν τούτοις δοξασίαν περί ακινησίας της Γης δεν εβράδυναν οι Πυθαγόρειοι να δεχθώσιν όλως διάφορον υπόθεσιν, διότι κατά τον Αριστοτέλη (Περί Ουρανού 13, 12) : «Πυθαγόρειοι... ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ μέσου πῦρ εἶναι φασὶ, τὴν δὲ Γῆν ἕν τῶν ἄστρων οὖσαν, κύκλῳ φερομένην περί τὸ μέσον». («Οι Πυθαγόρειοι λέγουν ότι εις το μέσον υπάρχει το πυρ, ή δε Γη, ούσα, εν εκ των άστρων, διαγράφει κύκλον πέριξ του κέντρου»), Εξ άλλου κατά τον Πλούταρχον οι Πυθαγόρειοι εθεώρουν την Γήν «κύκλω περὶ τὸ πῦρ αἰωρουμένην». Ως εισηγητής της θεωρίας ταύτης φέρεται ο περί τα τέλη του 5ου π. Χ. αιώνος ακμάσας μαθητής του Πυθαγόρου, ο Φιλόλαος, όστις εκθρονίσας την Γήν από το κέντρον του κόσμου, τοποθετεί εκεί αυτί της Γης πυρίνην σφαίραν, την «Εστίαν», κατά τινάς μεν διάφορον ίσως του Ηλίου, πιθανώτατα όμως υπονοούσαν αυτόν. Ούτως η Γη κατατάσσεται υπό του Φιλολάου μεταξύ των άστρων και υποτίθεται φερομένη μετά των λοιπών πλανητών εκ Δ. προς Α. περί την κεντρικήν Εστίαν.


Εν τη διερεύνησει των κινήσεων των πλανωμένων άστρων σπουδαίαν συμβολήν παρέχει ο διάσημος της αρχαιότητος Αστρονόμος Μέτων ο Αθηναίος (περί τα 432 π.Χ), όστις ανακαλύπτει τον εκ του ονόματος αυτού επικληθέντα Μετώνειον Κύκλον, ήτοι περίοδον 19 ετών, ήτις επαναφέρει τας φάσεις της Σελήνης κατά. τας ιδίας εποχάς του τροπικού έτους.


Ο Πλάτων (427—347 π. Χ.), μη δεχόμενος αρχικώς την θεωρίαν του Φιλολάου δια να σώση, ως έλεγε, τα φαινόμενα παραδέχεται άτι οι πλανήται κινούνται ομαλώς επί κυκλικών τροχιών, εχουσών κέντρον το κέντρον της Γης, παραβλέπει όμως τας κινήσεις κατά πλάτος και τας κατά μήκος ανωμαλίας.


Τελειοιποιών την διδασκαλίαν του Πλάτωνος ο Εύδοξος ο Κνίδιος (409—356 π.Χ.), όστις φέρεται πρώτος συγγραψάς περιγραφήν των αστερισμών συνέλαβε το σύστημα των ομοκέντρων σφαιρών. Κατά το σύστημα τούτο έκαστος πλανήτης κινείται δια συστήματος σφαιρών, ομοκέντρων προς την Γην εκάστη των οποίων περιστρέφεται περί μίαν των διαμέτρων της αμέσως επομένης σφαίρας, ούτω δε παράγονται αι μεταβολαί των πλατών. Ο Κάλλιππος (κατά τον 4ον π.Χ. αιώνα) προσθέτει νέας ομόκεντρους σφαίρας προς εξήγησιν των κατά μήκος ανωμαλιών, Τέλος ο Αριστοτέλης (384 —322 π.Χ.) παραδεχόμενος το σύστημα του Ευδόξου ως είχε συμπληρωθή υπό του Καλλίππου περιπλέκει αυτό ακόμη περισσότερον δια της προοθήκης νέων σφαιρών.


Το σύστημα εν τούτοις των ομοκέντρων προς την Γην σφαιρών. ως απεδεικνύετο εκ των παρατηρήσεων, δεν ηδύνατο να εξηγήση την περιοδικήν μεταβολήν της λαμπρότητος των πλανητων και ειδικώτερον του Άρεως, δοθέντος ότι κατά το σύστημα τούτο η από της Γης απόστασις των σωμάτων τούτων υπετίθετο σταθερά. Ως εκ τούτου κατά τον Πλούταρχον ο Πλάτων περί τα τέλη του βίου του, προμηθευθείς τα συγγράμματα του Φιλολάου, μετέβαλε γνώμην και αποδεχθείς την θεωρίαν του τελευταίου τούτου, φέρεται «μεταμέλλειν, ὡς οὐ προσήκουσαν ἀποδόντι τῇ Γῆ τὴν μέσην χώραν», δηλαδή μετενόησεν, επειδή έως τότε κακώς ετοποθέτει την Γην εις το κέντρον του κόσμου.


Την θεωρίαν των ομοκέντρων σφαιρών αποκρούων επίσης και ο μαθητής του Πλάτωνος και σύγχρονος του Αριστοτέλους Ηρακλείδης ο Ποντικός, ο επιλεγόμενος δια τας δοξασίας του παραδοξολόγος, απέδιδεν όπως και τίνες εκ των Πυθαγορείων της εποχής του οπαδοί του Ικέτα και του Εκφάντου την ημερησίαν περιστροφήν του ουρανού εις την περιστροφήν της Γης περί τον άξονα του κόσμου «κινούμενης ἑκάστοτε ἡμέρας μίαν ἔγγιστα περιστροφήν». Κατά τον Σιμπλίκιον η λέξις «ἔγγιστα» δηλοί ότι ο Ηρακλείδης είχεν υπ' όψιν του έκτος της ημερησίας κινήσεως του Ηλίου κατά την ανάδρομον φοράν και την ετησία κίνησιν αυτού επί της εκλειπτικής κατά την ορθήν φοράν. Ούτως ο Ηρακλείδης, όπως και ο Αρίσταρχος βραδύτερον, διέκρινον την αστρικήν ημέραν από της ηλιακής, θεωρούντες την πρώτην ως παριστώσαν την διάρκειαν της περιστροφής της Γης περί τον άξονα αυτής.


Εξ άλλου κατά τον Ευσέβιον (XV, 58) : «Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς καὶ Ἔκφαντος ὁ Πυθαγόρειος κινοῦσι μὲν τὴν Γῆν, οὐ μήν γε μεταβατικῶς, ἀλλὰ τροπικῶς τροχοῦ δίκην ἐν ἄξονι στρεφομένην ἀπὸ δυσμῶν ἐπ' ἀνατολάς περί τὸ ἴδιον αὐτῆς κέντρον». («Ο Ηρακλείδης ο εκ Πόντου και ο Έκφαντος ο Πυθαγόρειος θεωρούν την Γην κινουμένην, χωρίς βεβαίως, να αλλάσση θέσιν, αλλά στρεφομένην, όπως ο τροχός περί τον άξονα του, από δυσμών προς ανατολάς περί το κέντρον αυτής») Την τοιαύτην περί άξονα περιστροφήν της Γης δέχεται και ο Πλάτων (Τίμαιος XII, 40 β), όστις λέγει: «Γῆν δε, τροφόν ἡμετέραν, εἱλομένην περὶ τὸν διὰ παντός πόλον τεταμένον φύλακα καὶ δημιουργόν νυκτός τε καὶ ἡμέρας ἐμηχανήσατο (ὁ Θεός)». («Ο Θεός επενόησεν την τροφόν μας Γήν, στροβιλιζομένην επί τόπου περί τον πόλον του παντός, φύλακα και δημιουργόν της νυκτός και της ημέρας»).


Σχολή της Αλεξανδρείας.


Μέχρι του 3ου π.Χ. αιώνος εκείνο το όποιον χαρακτηρίζει κυρίως την μελέτην του ουρανού είναι η θεωρητική ερευνά προς εξήγησιν των φαινομένων, από της εμφανίσεως όμως της πλειάδος των Αλεξανδρινά αστρονομίαν εγκαινιάζεται η περίοδος, καθ' ην επιδιώκεται η εκτέλεσις παρατηρήσεων μετά μείζονος ολονέν ακριβείας.


Οι κυριώτεροι εκπρόσωποι της Αλεξανδρινής Σχολής είναι οι ακόλουθοι:
Ο μέγας γεωμέτρης Ευκλείδης (320 π.Χ), όστις μεταξύ άλλων καθορίζει τους διαφόρους βασικούς κύκλους της ουράνιας σφαίρας δια τον προσδιορισμόν των συντεταγμένων των άστρων.


Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (περί τα 230 π.Χ.), όστις ασχολείται εις τον προσδιορκτμόν του λόγου των αποστάσεων της Γης από του Ηλίου και της Σελήνης, ως και του λόγου των διαμέτρων των τριών τούτων σωμάτων.


Εις τον διάσημον τούτον μελετητήν των άστρων οφείλεται η τιμή της σαφούς και απεριφράστου διατυπώσεως της ηλιοκεντρικής θεωρίας, καθ' ην ο Ήλιος ευρίσκεται εις το κέντρον του κόσμου, η δε Γη μετά των λοιπών πλανητών φέρονται κύκλω περί αυτόν.


Ως είδομεν ήδη ανωτέρω, κατά τον Αριστοτέλη, οι Πυθαγόρειοι πάρεδέχοντο πολύ προ του Αριστάρχου την Γήν ως εν των άστρων και φερομένην κύκλω περί το μέσον, όπου υπέθετον εδρεύον το πυρ ή την Εστίαν. Όπως ορθώς ισχυρίζεται ο ημέτερος Ευγένιος Μ. Αντωνιάδης, δια των λέξεων «πυρ» και «Εστία» οι Πυθαγόρειοι νοούν τον Ήλιον, συμφώνως όμως προς τον παρ' αυτοίς κρατούντα μυστικισμόν και την συνήθειαν όπως μεταχειρίζωνται αλληγορικάς εκφράσεις ενασμενίζονται εις την έκφρασιν διαφόρων αληθειών κατά τρόπον συγκεκαλυμμένον και τοιούτον, ώστε η διδασκαλία βασικών αρχών της επιστήμης να μη παρουσιάζεται απροκαλύπτως διαφωνούσα προς παραδεδεγμένας θρησκευτικάς ή φιλοσοφικάς δοξασίας της εποχής των. Εις ενίσχυσιν της απόψεως ταύτης έρχεται το ακόλουθον χωρίον του Ευσεβίου, όστις, ως λέγει ο Ε. Μ. Αντωνιάδης, ων κάλλιον παντός άλλου γνώστης των αρχαίων συγγραμμάτων, αναφέρει ότι: «Φιλόλαος ὁ Πυθαγόρειος (λέγει τὴν Γῆν) κύκλῳ περιφέρεσθαι περὶ τὸ πῦρ κατὰ κύκλου λοξοῦ». Τοιούτος «κύκλος λοξὸς» είναι η περί τον Ήλιον υπό γωνίαν προς τον ισημερινόν διαγραφόμενη υπό της Γης εκλειπτική. Κατά τον Σιμπλίκιον (Σχόλια εις τα «Περί ουρανού» του Αριστοτέλους II, 13, 229 β) και ο Αρχιμήδης, «ταύτης τῆς δόξης γέγονε», δηλαδή συνεμερίσθη την δοξασίαν του Φιλολάου, όστις ούτω φέρεται ως πρώτος εισηγητής της ηλιοκεντρικής θεωρίας.


Απόπειρα ευρυτέρας γενικεύσεως της ηλιοκεντρικής θεωρίας δύναται να θεωρηθή ο τρόπος, καθ' ον Ηρακλείδης ο Ποντικός εξηγεί κατά τον Χαλκίδιον πώς η Αφροδίτη άλλοτε μεν φαίνεται την πρωΐαν ως Εωσφόρος ή Αυγερινός, άλλοτε δε την εσπέραν ως "Έσπερος ή Αποσπερίτης. Τα αυτά φαινόμενα λόγω περιφοράς περί τον Ήλιον παρουσιάζει και ο Έρμης κατά τας δοξασίας Θέωνος του Σμυρναίου, όστις παρεδέχετο υπάρχουσαν: «Τὴ σφαῖαν τοῦ Ἡλίου, περὶ δὲ ταὺτην την τοῦ Στίλβοντος (τοῦ Ἑρμοῦ) εἶτα δὲ ἀμφοτἐρας περιεληφῖαν... τὴν τοῦ Φωσφόρου (τῆς Ἀφροδίτης)».


Τέλος ο Πρόκλος ο Διάδοχος θεωρεί τον Ερμήν και την Αφροδίτην «δορυφορούντας» τον Ήλιον.


Κατά τον Ιταλόν αστρονόμον Σκιαπαρέλλι,, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός παρεδέχετο περιφερόμενους περί τον Ήλιον όχι μόνον τους εσωτερικούς, άλλα και τους εξωτερικούς πλανήτας, ήτοι τον Άρη, τον Δία και τον Κρόνον. Αν και ο ισχυρισμός ούτος δεν φαίνεται απορριπτέος, εν τούτοις θα έπρεπε να γίνη δεκτός μετά μεγάλης επιφυλάξεως, δοθέντος ότι ουδεμία περί της βασιμότητος αυτού περιεσώθη μαρτυρία εις τα αρχαία κείμενα.


Εκείνο το όποιον οι Πυθαγόρειοι διετύπωσαν αλληγορικώς, ο Πλάτων εδίδασκε συγκεκαλυμμένως και ο Ηρακλείδης επρέσβευε πιθανώτατα, διετυπώθη ρητώς και απεριφράστως υπό του Αριστάρχου κατά σαφή και κατηγορηματικήν μαρτυρίαν πέντε αυθεντικών πηγών: του Αρχιμήδους, του Πλουτάρχου, του Σέξτου του Εμπειρικού, του Στοβαίου και ενός ανωνύμου σχολιαστού του Αριστοτέλους. Ιδού πώς ο μέγας της Αρχαιότητος γεωμέτρης, ο Αρχιμήδης, εκθέτει την θεωρίαν του Αριστάρχου: «Αρίσταρχος.... ὁ Σάμιος ὑποτίθεται γὰρ τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἄστρων καὶ τὸν Ἅλιον μένειν «ἀκίνητον, τὰν. δὲ Γᾶν περιφέρεσθαι περὶ τὸν Ἅλιον κατὰ κύκλου περιφέρειαν, ὅς ἐστιν ἐν μέσω τῷ δρόμῳ κείμενος». («Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος υποθέτει ότι εκ των άστρων οι απλανείς και ο Ήλιος μένουν ακίνητοι, η δε Γη γράφουσα περιφέρειαν κύκλου φέρεται πέριξ του Ηλίου όστις ευρίσκεται εις το κέντρον της τροχιάς»). Επίσης κατά τον Πλούταρχον, ο Αριστοτέλης δέχεται : «Ἐξελίττεσθαι δὲ κατὰ λοξοῦ κύκλου τὴν Γῆν ἅμα καὶ περὶί τὸν αὑτής ἄξονα δινουμένην». («Ότι η Γη κινείται επί κύκλου λοξού συγχρόνως δε περιστρέφεται πέριξ του άξονος αυτής»). Κατά τον αυτόν συγγραφέα, και ο Σέλευκος παραδέχεται τα αυτά («Σέλευκος καὶ ἀποφαινόμενος»).


Όπως όταν ο Αναξαγόρας καταρρίπτων τας άστρολατρικας δοξασίας και διδάσκων ότι ο Ήλιος είναι «μύδρος διάπυρος», οι δε αστέρες δεν είναι θεότητες, άλλα «γεώδεις», δηλαδή σώματα όπως η Γη, κατεδικάσθη υπό των αντιπάλων του επί αθεία, ούτω και ο Αρίσταρχος κατηγορήθη δια τας δοξασίας του υπό του στωικού φιλοσόφου Κλεάνθους επί ασεβεία και κατεδικάσθη εις θάνατον «ὡς κινῶν τὴν τοῦ κόσμου ἑστίαν (τήν Γῆν) καὶ ταράσσων οὕτω τὴν ἠρεμίαν τῶν Ὀλυμπίων».


Η μεγαλοφυία του Αριστάρχου, ως φαίνεται εκ των υστέρων, προέτρεξε κατά πολύ της εποχής του τολμηρού και καινοτόμου τούτου μελετητού του ουρανού. Η ηλιοκεντρική θεωρία του, ελλείψει των απαραιτήτων στηριγμάτων, συνήντησεν ευθύς αμέσως όχι μόνον αντιρρήσεις, άλλα μάλλον αδιαφορίαν εκ μέρους των κάστοτε σοφών, οι όποιοι ή δεν ήθελον ή δεν ετόλμων να αποκτώσι της διδασκαλίας κορυφαίων εκπροσώπων της διανοήσεως οίοι ήσαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ούτως η θεωρία του Αριστάρχου παρέμεινεν ως αιρετική ούτως ειπείν δοξασία, χωρίς εν τούτοις ούτε να λησμονηθή ούτε να παύση έχουσα οπαδούς, έστω και αν ούτοι απήρτιζον ολιγομελή τίνα μειοψηφίαν έναντί των αντιφρονούντων. Ότι η θεωρία του Αριστάρχου επέτησε δια μέσου των αιωνών συνάγεται εκ του γενονότος ότι μετά τον Σέλευκον, όστις ησπάζετο αυτήν κατά τόν 2ον π.Χ. αιώνα, εμφανίζεται ως ενστερνιζόμενος αυτήν και ο εστεμμένος φιλόσοφος και λάτρης της αρχαίας Ελλάδος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Ιουλιανός ο Παραβάτης ή αποστάτης (331—363 μ.Χ), στις εν συγγράμματι αυτού προς «Βασιλέα Ἥλιον» ομιλών περί του Ηλίου λέγει: «Οἵ τὲ γὰρ πλάνητες, εὔδηλον ὅτι περὶ αὐτόν δηλαδή τὸν Ἥλιον) χορεύοντες». («Είναι φανερόν ότι και οι πλανήται χορεύοντες περί αυτόν (δηλαδή τον Ήλιον)...»).


Έκτοτε η ηλιοκεντρική θεωρία του Αριστάρχου δεν φέρεται υποστηριζόμενη από ευθαρσείς υποστηρικτάς, ειμή μόνον υπό του καρδιναλίου Νικολάου Κούζα (1401—1464) και υπό του μοναχού Νικολάου Κοπερνίκου (1472—1543), όστις μάλιστα συστηματικώς αποσιωπών τα ονόματα των Ελλήνων φιλοσόφων και ειδικώτερον, το όνομα του Αριστάρχου, εμφανίζεται ως σφετεριστής της σπουδαίας ανακαλύψεως του Σαμίου αστρονόμου, η οποία κακώς φέρεται σήμερον πολλαχού ως «Κοπερνίκειον σύστημα κόσμου».


Ετέραν δόξαν της Αλεξανδρινής Σχολής αποτελεί ο Ερατοσθένης (270 π.Χ.), όστς τη βοήθεια αρθρωτών κύκλων, φερόντων διηρημένον άντυγα, μετρεί τας ισημερινάς συντειαγμένας των άστρων και προσδιορίζει την λόξωσιν της εκλειπτικής. Ο ίδιος, γνωστής ούσης της εις στάδια αποστάσεως μεταξύ Αλεξανδρείας και Συήνης (Ασσουάν), προσδιορίσας την διαφοράν των γεωγραφικών πλατών των δύο τούτων πόλεων, εύρε μέ καταπληκτικήν δια την εποχήν του ακρίβειαν το μήκος τόξου μιας μοίοας μεσημβρινού της Γης και συνεπώς τας διαστάσεις αυτής, γενόμενος ούτως ο πατήρ της Γεωδαισίας.


Σπουδαίαν ουμβολήν εις την σπουδήν του ουρανού προσφερει περί τα 240 π.Χ. ο Απολλώνιος δια των σπουδαίων μαθηματικών αυτού εργασιών επί των κωνικών τομών. Ούτος, προσπαθών να εξηγήση τα φαινόμενα των πλανητών, εισηγείσαι την χρήσιν των επικύκλων και των έκκεντρων. Το σύστημα αυτού παρεδέχθη βραδύτερον ο Ίππαρχος και συστηματοποίησε ο Πτολεμαίος. .


Όλως εξέχουσαν θέσιν εν τη καθόλου ιστορία της Ελληνικής Αστρονομίας κατέχει ο περί τα 130 π.Χ. ακμάσας Ίππαρχος ο εκ Βιθυνίας της Μικράς Ασίας. Ούτος είναι ο μέγιστος εκ των παρατηρητών της αρχαιότητος, δικαίως δε θεωρείται ως ο πατήρ της Αστρονομίας και ο πραγματικός θεμελιωτής αυτής. Εις τον Ίππαρχον αποδίδεται η ανακάλυψις της τριγωνομετρίας, η εισαγωγή της διαιρέσεως του κύκλου εις 360 μοίρας, η χρήσις των γεωγραφικών συντεταγμένων, η εφαρμογή της στενογραφικής προβολής κτλ.


Ασχολούμενος εις τον προσδιορισμόν της διαρκείας του τροπικού έτους και εις την μέτρησιν των εκλειπτικών συντεταγμένων των απλανών, ήχθη εις την θεμελιώδους σημασίας ανακάλυψιν του φαινομένου της μεταπτώσεων των ισημεριών επί του όποιου στηρίζεται όλόκληρον το σημερινόν οικοδόμημα της Αστρονομίας θέσεως.


Μεταξύ των σπουδαιότατων εργασιών του Ιππάρχου καταλέγονται και τα εξής: Ο προσδιορισμός της διαρκείας του τροπικού έτους, της ανισότητος τών ωρών του έτους, της θέσεως του απογείου του Ηλίου και των κατά μήκος ανωμαλιών της Σελήνης και του Ηλίου. Επί πλέον ο Ίππαρχος προσδιώρισε την παράλλαξιν της Σελήνης και την μέσην κίνησιν των πλανητών, υπελόγισε διαφόρους εκλείψεις και υπήρξεν ο πρώτος, όστις συνέταξε κατάλογον των απλανών, πράγμα το όποιον αποτελεί γεγονός άξιον θαυμασμού κατά τον Πλίνιον, όστις ιστορεί τα κατά τον θεμελιωτήν της Αστρονομίας.


Κατά τον 1ον π.Χ. αιώνα ακμάζει εν Αλεξάνδρεια ο Σωσιγένης, όστις κατέστη διάσημος δια την μεταρρύθμισιν του ημερολογίου, την οποίαν εξεπόνησεν εντολή του Ιουλίου Καίσαρος. Εις τον αυτόν αστρονόμον οφείλεται η ανακάλυψις των περιοδικών μεταβολών των φαινομένων διαμέτρων του Ηλίου και της Σελήνης.


Κατά τον 2ον μ. Χ. αιώνα εμφανίζεται νέα μεγίστου επιστημονικού κύρους φυσιογνωμία, ο Κλαύδιος Πτολεμαίος. Ούτος συγκεντρώνει και συμπληρώνει το έργον όλων των προκατόχων του και ειδικώτερον του Ιππάρχου. Τελειοποιεί την τριγωνομετρίαν και τα διάφορα όργανα ατών αστρονομικών παρατηρήσεων. Εξηγεί το φαινόυενον της μεταπτώσεως των ισημεριών και ανακαλύπτει νέαν ανωμαλίαν εν τη κινήσει της Σελήνης, την λεγομένην πορείαν. Μελετών τας κινήσεις των πλανητών προσδιώρισε την προς την εκλειπτικήν κλίσιν της τροχιάς εκάστου εξ αυτών, την θέσιν των αψίδων και τον λόγον των αξόνων των πλανητικών τροχιών προς τον άξονα της τροχιάς της Γης.


Το όλον περί την Αστρονομίαν έργον του Πτολεμαίου συνοψίζεται εν τω περιφήμω συγγράμματι αυτού, όπερ επιγράφεται: «Μεγάλη Μαθηματική Σύνταξις». Το σύγγραμμα τούτο επί 14 ολόκληρους αιώνας απετέλεσε την μόνην αυθεντικήν πηγήν αστρονομικών γνώσεων και εθεωρείτο ως το Ευαγγέλιον, ούτως ειπείν, της Αστρονομίας. Εξ αυτού εδιδάχθησαν την κατ' εξοχήν Ελληνικήν Επιστήμην των άστρων μαζί με άλλα στοιχεία πολιτισμού τόσον οι Άραβες, όσον και οι λαοί της Δύσεως. Οι πρώτοι μάλιστα τη βοηθεία αραβομαθών Βυζαντινών μετέφρασαν το σύγγραμμα του Πτολεμαίου και είχον αυτό εν κοινή χρήσει υπό το όνομα «Αλ-Ματζέστ» εκ του «ἡ Μεγίστη», όθεν πολλαχού η Μεγάλη Μαθηματική Σύνταξις του Πτολεμαίου φέρεται ως Αλμαγέστη.


Εν τω συγγράμματι τούτω ο Πτολεμαίος, θέλων να δώση ικανοποιητικήν ερμηνείαν εις τα φαινόμενα, τα όποια δεν ήτο δυνατόν να εξηγηθώσι τόσον δια της γεωκεντρίκής, όσον και δια της ήλιοκεντρικής θεωρίας, Εκθέτει νέον σύστημα κόσμου, ιδίας αυτού επινοήσεως, όπερ εκ του εισηγητού αυτού ωνομάσθη Πτολεμαϊκόν.


Κατά το σύστημα τούτο η Γη υποτίθεται ακίνητος εις το κέντρον του κόσμου. Πέριξ αυτής κινείται ο Ήλιος, διαγραφών εντός του έτους κυκλικήν τροχιάν την εκλειπτικήν. Προκειμένου περί των πλανητών, η κίνησις εκάστου εξ αυτών προέρχεται εκ του συνδυασμού δύο ομαλών κυκλικών κινήσεων. Έκαστος πλανήτης δηλονότι διαγράφει κινητόν κύκλον, τον λεγόμενον επίκυκλον, καθ' ον χρόνον το κέντρον του επικύκλου διαγραφεί περί την Γήν ως κέντρον έτερον κύκλον μεγαλύτερας ακτίνας, τον καλούμενον έκκεντρον. Τα μήκη ατών ακτίνων εκάστου επικύκλου και έκκεντρου λαμβάνονται αυθαιρέτως, ο λόγος όμως αυτών είναι ωρισμένας δι έκαστον πλανήτην. Τέλος προς εξήγησιν ατών βορείων και των νοτίων πλατών εκάστου πλανήτου υποτίθεται ότι το επίπεδον εκάστου έκκεντρου σχηματίζει μικράν γωνίαν μετά της εκλειπτικής, όπως επίσης και το επίπεδον εκάστου επικύκλου μετά του οικείου έκκεντρου και ότι ή γωνία αύτη μεταβάλλεται καθ' όσον το κέντρον του επικύκλου διαγράφει τον έκκεντρον.


Ούτως ο Πτολεμαίος δια συνδυασμών κινήσεων κατώρθωσε να «σώση τα φαινόμενα» και να επιτύχη λύσιν του προβλήματος των πλανητικών κινήσεων εξασφαλίζουσαν κάλλιον πάσης άλλης προγενεστέρας την συμφωνίαν μεταξύ υπολογισμού και παρατηρήσεως. Η λύσις αύτη. ως ικανοποιούσα τας απαιτήσεις των αστρονόμων δια μακράν σειράν αιώνων, εγένετο ασπαστή και ούτω το Πτολεμαϊκόν σύστημα παρέμεινεν εν ισχύϊ επί πολλάς εκατονταετηρίδας.


Παρά την διάδοσιν του Πτολεμαϊκού συστήματος δια του κύρους της Μεγάλης Συντάξεως, το σύστημα ατών ομοκέντρων σφαιρών, παρά την ανεπάρκειαν αυτού προς εξήγησιν θεμελιωδών φαινομένων, ηρίθμει πολλούς υποστηρικτάς επί δύο περίπου χιλιετηρίδας, επειδή ήτο σύμφωνον προς τας περί κόσμου ιδέας του Αριστοτέλους, του οποίου ουδείς ετόλμα να αμφισβητήση το κύρος. Η πάλη μεταξύ των δύο συστημάτων εξηκολούθησε μέχρι ατών μέσων περιττού του 16ου αιώνος, οπότε αμφότερα κατέπεσαν δια της οριστικής επικρατήσεεως του ηλιοκεντρικού συστήματος του Αριστάρχου, αχθέντος εις το φως υπό του εκ Θόρν της Πολωνίας μοναχού Νικολάου Κοπερνίκου.


Βυζαντινή περίοδος.

Γενικώς ειπείν από του θανάτου του Πτολεμαίου μέχρι του Κοπερνίκου η Αστρονομία παρέμεινεν επί 13 σχεδόν αιώνας στάσιμος και τούτο δια διαφόρους λόγους, εξ ων κυριώτεροι είναι οι έξης:


α) Το απρόσβλητον κύρος δύο γιγάντων της ανθρωπινής διανοήσεως, οίοι ήσαν ο Αριστοτέλης και ο Πτολεμαίος. Ποίος ηδύνατο να ισχυρισθή ότι αι δοξασίαι των ήσαν πεπλανημένοι, χωρίς να διατρέχη τον κίνδυνον να κίνηση τον χλευασμόν ή να χαρακτηρισθώ ως αμαθής, αν όχι ως παράφρων;


β) Η κατά την χριστιανικήν διδασκαλίαν καταδίκη των καλλιεργούντων την αστρολογίαν και την αστρολατρείαν, των οποίων τα όρια δυσκόλως διεκρίνοντο από τα όρια της Αστρονομίας.


γ) Η κατά το πνεύμα της τότε εποχής προσήλωσις των σοφών μάλλον εις την άσκησιν των αρετών και δια της αφοσιώσεως εις τον Θεόν ρύθμισις του ανθρωπίνου βίου κατά το υπόδειγμα της ζωής του Χριστού.


Εν τούτοις, παρά την τοιαύτην κατεύθυνσιν αυτών, οι Βυζαντινοί σοφοί κατώρθωσαν να προσφέρουν εις τας θετικάς Επιστήμας εν γένει και ειδικώτερον εις την Αστρονομίαν κάτι, δια το όποιον δεν τοθς απεδόθη η προσήκουσα ευγνωμοσύνη.


Διεπόμενοι δηλονότι από το χαρακτηρίζον αυτούς εξονυχιστικόν πνεύμα, εμελέτησαν, διηρεύνησαν, συνεζήτησαν και τελικώς εξεκαθάρισαν από πάν αβάσιμον και υποβολιμαίον τον αμύθητον θησαυρόν, τον όποιον εκληροδότησεν εις αυτούς η σοφία τωνν προγόνων των και ούτω περιέσωσαν δια μέσου ατών αιώνων από μυρίους κινδύνους ανεπανόρθωτου καταστροφής σημαντικόν μέρος της πλουσιωτάτης πνευματικής παραγωγής των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.


Αν και τίνες κατηγόρησαν την καθ' ημάς Ορθόδοξων Ανατολικήν Εκκλησίαν ως παρεμποδίσασαν την πρόοδον της Αστρονομίας, στηριζόμενοι επί της εναντίον των αστρολογούντων καταφοράς του Μ. Βασιλείου, υπάρχουν πλείστα επιχειρήματα πείθοντα ότι ουδέποτε η Ορθοδοξία απέστη της Επιστήμης. Περί τούτου μαρτυρεί ου μόνον η προσφυγή εις τους Αλεξανδρινούς αστρονόμους δια τον ακριβή καθορισμόν του Πάσχα, αλλά και τα ονόματα διαφόρων σοφών, οι οποίοι σοβαρώς εκαλλιέργουν την Αστρονομίαν, ως ο Λέων ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και άλλοι, οίτινες επί σειράν ετών εδίδασκον την Επιστήμην των άστρων είτε εν τω Πανδιδακτηρίω της Κωνσταντινουπόλεως, είτε εν διαφόροις μοναχικαίς σχολαίς. Τέλος η αίγλη της εν Τραπεζούντι του Πόντου περιωνύμου Σχολής των Θετικών Επιστημών, ήτις κατά τον καθηγητήν Ιωάννην Παπαδόπουλον διετήρει και αστεροσκοπείον, χρησιμοποιούσα προς τούτο το πυργοειδές κωδωνοστάσιον των ναών του Αγίου Ευγενίου και της Αγίας Σοφίας, μαρτυρούν περιτράνως ότι η Αστρονομία όχι μόνον δεν διετέλεσεν εν διωγμώ εκ μέρους ατών Βυζαντινών, άλλα τουναντίον εκαλλιεργήθη υπ' αυτών ευρύτατα και επωφελέστα.